συμπρωταγωνιστικός
•
- που έχει σχέση με συμπρωταγωνιστή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπρωταγωνιστικός < συμπρωταγωνιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπρωταγωνιστικός | συμπρωταγωνιστική | συμπρωταγωνιστικό |
| Γενική | συμπρωταγωνιστικού | συμπρωταγωνιστικής | συμπρωταγωνιστικού |
| Αιτιατική | συμπρωταγωνιστικό | συμπρωταγωνιστική | συμπρωταγωνιστικό |
| Κλητική | συμπρωταγωνιστικέ | συμπρωταγωνιστική | συμπρωταγωνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπρωταγωνιστικοί | συμπρωταγωνιστικές | συμπρωταγωνιστικά |
| Γενική | συμπρωταγωνιστικών | συμπρωταγωνιστικών | συμπρωταγωνιστικών |
| Αιτιατική | συμπρωταγωνιστικούς | συμπρωταγωνιστικές | συμπρωταγωνιστικά |
| Κλητική | συμπρωταγωνιστικοί | συμπρωταγωνιστικές | συμπρωταγωνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →