συνάθροιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναθροίζω, συγκέντρωση, μάζωξη πολλών ατόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνάθροιση < αρχαία ελληνική συνάθροισις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνάθροιση | συναθροίσεις |
| Γενική | συνάθροισης | συναθροίσεων |
| Αιτιατική | συνάθροιση | συναθροίσεις |
| Κλητική | συνάθροιση | συναθροίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →