Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναθροίζω

ρήμα
•
  1. μαζεύω κάποιο πλήθος σ’ ένα τόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναθροίζω < αρχαία ελληνική συναθροίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυναθροίζωσυναθροίζειςσυναθροίζεισυναθροίζουμεσυναθροίζετεσυναθροίζουν / συναθροίζουνε
Παρατατικόςσυνάθροιζασυνάθροιζεςσυνάθροιζεσυναθροίζαμεσυναθροίζατεσυνάθροιζαν / συναθροίζαν / συναθροίζανε
Αόριστοςσυνάθροισασυνάθροισεςσυνάθροισεσυναθροίσαμεσυναθροίσατεσυνάθροισαν / συναθροίσαν / συναθροίσανε
Μέλλονταςθα συναθροίζω / θα συναθροίσωθα συναθροίζεις / θα συναθροίσειςθα συναθροίζει / θα συναθροίσειθα συναθροίζουμε / θα συναθροίσουμεθα συναθροίζετε / θα συναθροίσετεθα συναθροίζουν / θα συναθροίζουνε / θα συναθροίσουν / θα συναθροίσουνε
Παρακείμενοςέχω συναθροίσειέχεις συναθροίσειέχει συναθροίσειέχουμε συναθροίσειέχετε συναθροίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συναθροίσειείχες συναθροίσειείχε συναθροίσειείχαμε συναθροίσει——
Υποτακτικήνα έχω συναθροίσει / να συναθροίζω / να συναθροίσωνα έχεις συναθροίσει / να συναθροίζεις / να συναθροίσειςνα έχει συναθροίσει / να συναθροίζει / να συναθροίσεινα έχουμε συναθροίσει / να συναθροίζουμε / να συναθροίσουμενα έχετε συναθροίσει / να συναθροίζετε / να συναθροίσετενα συναθροίζουν / να συναθροίζουνε / να συναθροίσουν / να συναθροίσουνε
Προστακτική—συνάθροιζε / συνάθροισε——συναθροίζετε / συναθροίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →