συναθροίζω
•
- μαζεύω κάποιο πλήθος σ’ ένα τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναθροίζω < αρχαία ελληνική συναθροίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναθροίζω | συναθροίζεις | συναθροίζει | συναθροίζουμε | συναθροίζετε | συναθροίζουν / συναθροίζουνε |
| Παρατατικός | συνάθροιζα | συνάθροιζες | συνάθροιζε | συναθροίζαμε | συναθροίζατε | συνάθροιζαν / συναθροίζαν / συναθροίζανε |
| Αόριστος | συνάθροισα | συνάθροισες | συνάθροισε | συναθροίσαμε | συναθροίσατε | συνάθροισαν / συναθροίσαν / συναθροίσανε |
| Μέλλοντας | θα συναθροίζω / θα συναθροίσω | θα συναθροίζεις / θα συναθροίσεις | θα συναθροίζει / θα συναθροίσει | θα συναθροίζουμε / θα συναθροίσουμε | θα συναθροίζετε / θα συναθροίσετε | θα συναθροίζουν / θα συναθροίζουνε / θα συναθροίσουν / θα συναθροίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συναθροίσει | έχεις συναθροίσει | έχει συναθροίσει | έχουμε συναθροίσει | έχετε συναθροίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναθροίσει | είχες συναθροίσει | είχε συναθροίσει | είχαμε συναθροίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναθροίσει / να συναθροίζω / να συναθροίσω | να έχεις συναθροίσει / να συναθροίζεις / να συναθροίσεις | να έχει συναθροίσει / να συναθροίζει / να συναθροίσει | να έχουμε συναθροίσει / να συναθροίζουμε / να συναθροίσουμε | να έχετε συναθροίσει / να συναθροίζετε / να συναθροίσετε | να συναθροίζουν / να συναθροίζουνε / να συναθροίσουν / να συναθροίσουνε |
| Προστακτική | — | συνάθροιζε / συνάθροισε | — | — | συναθροίζετε / συναθροίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →