συνάλλαγμα
•
- οικονομίαχρηματικό ποσό που το έχουμε μετατρέψει σε νόμισμα άλλης χώρας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε συναλλαγές στη χώρα αυτή ή σε διεθνείς συναλλαγές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνάλλαγμα < αρχαία ελληνική συνάλλαγμα < συναλλάσσω < σύν + ἀλλάσσω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική exchange ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική change )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνάλλαγμα | συναλλάγματα |
| Γενική | συναλλάγματος | συναλλαγμάτων |
| Αιτιατική | συνάλλαγμα | συναλλάγματα |
| Κλητική | συνάλλαγμα | συναλλάγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →