συνέπεια
•
- η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του συνεπούς Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- η δικαστική εξουσία είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο της συνέπειας στη διαδικασία εφαρμογής των νόμων και την απονομή της δικαιοσύνης
Ετυμολογία
συνέπεια < (ελληνιστική κοινή) < σύν + αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος < πρωτοελληνική *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wékʷos < *wekʷ- (μιλώ) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conséquence)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνέπεια | συνέπειες |
| Γενική | συνέπειας | συνεπειών |
| Αιτιατική | συνέπεια | συνέπειες |
| Κλητική | συνέπεια | συνέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →