συναρτώ
•
- συνδέω ένα στοιχείο με κάποιο άλλο, το συσχετίζω αλλά με εξάρτηση (αν γίνει το Β, τότε θα γίνει το Α), συνάπτω δύο ή περισσότερα στοιχεία, τα εμπλέκω, τα συμπλέκω, τα αντιστοιχίζω Βικιλεξικό
- συναρτά το χαρτζιλίκι μου με τους βαθμούς που θα πάρω!
- Η διακειμενικότητα (intertextuality ή transtextualité) είναι η οποιαδήποτε σχέση (μορφής, περιεχομένου κλπ.) ενός κειμένου προς άλλα κείμενα, ο τρόπος με τον οποίον ένα κείμενο συναρτάται με άλλα κείμενα (Άλκηστις Σουλογιάννη, Ο δημιουργικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά: θεωρία και εφαρμογή, Παρατηρητής, 1997, σελ. 175)
Ετυμολογία
συναρτώ < αρχαία ελληνική συναρτάω-συναρτῶ < σύν + ἀρτάω (=δένω, κρεμώ)
Άλλοι τύποι
συναρτώμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →