συνδετικός
•
- που έχει σχέση με σύνδεση ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσυνδετικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδετικός < ελληνιστική κοινή συνδετικός < συνδέτης < αρχαία ελληνική συνδέω < σύν + δέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδετικός | συνδετική | συνδετικό |
| Γενική | συνδετικού | συνδετικής | συνδετικού |
| Αιτιατική | συνδετικό | συνδετική | συνδετικό |
| Κλητική | συνδετικέ | συνδετική | συνδετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδετικοί | συνδετικές | συνδετικά |
| Γενική | συνδετικών | συνδετικών | συνδετικών |
| Αιτιατική | συνδετικούς | συνδετικές | συνδετικά |
| Κλητική | συνδετικοί | συνδετικές | συνδετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →