συνεπίκουρος
•
- που επικουρεί μαζί με άλλον ή άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπίκουρος < μεσαιωνική ελληνική συνεπίκουρος < αρχαία ελληνική σύν + ἐπίκουρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπίκουρος | συνεπίκουρή / συνεπίκουρη | συνεπίκουρο |
| Γενική | συνεπίκουρου | συνεπίκουρης | συνεπίκουρου |
| Αιτιατική | συνεπίκουρο | συνεπίκουρη | συνεπίκουρο |
| Κλητική | συνεπίκουρε | συνεπίκουρη | συνεπίκουρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπίκουροι | συνεπίκουρες | συνεπίκουρα |
| Γενική | συνεπίκουρων | συνεπίκουρων | συνεπίκουρων |
| Αιτιατική | συνεπίκουρους | συνεπίκουρες | συνεπίκουρα |
| Κλητική | συνεπίκουροι | συνεπίκουρες | συνεπίκουρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →