συνημμένος
•
- που (επι)συνάπτεται μαζί με κάτι άλλο, που υποβάλλεται ή στέλνεται μαζί Βικιλεξικό
- γραμματικήπου είναι στην ίδια πτώση με το υποκείμενο (ή βασικό όρο της πρότασης) και συνδέεται μ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνημμένος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνημμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνάπτω (αρχαία ελληνική) < σύν + ἅπτω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ci-joint *: για τη γραμματική < μεταφραστικό δάνειο από τη νεολατινική coniunctus
Άλλοι τύποι
συνάπτωσυνημμένασυνημμένεσυνημμένεςσυνημμένησυνημμένηςσυνημμένοσυνημμένοισυνημμένοςσυνημμένουσυνημμένουςσυνημμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →