Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνημμένος

/si.niˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που (επι)συνάπτεται μαζί με κάτι άλλο, που υποβάλλεται ή στέλνεται μαζί Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου είναι στην ίδια πτώση με το υποκείμενο (ή βασικό όρο της πρότασης) και συνδέεται μ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνημμένος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνημμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνάπτω (αρχαία ελληνική) < σύν + ἅπτω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ci-joint *: για τη γραμματική < μεταφραστικό δάνειο από τη νεολατινική coniunctus

Άλλοι τύποι

συνάπτωσυνημμένασυνημμένεσυνημμένεςσυνημμένησυνημμένηςσυνημμένοσυνημμένοισυνημμένοςσυνημμένουσυνημμένουςσυνημμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →