συνθηματικός
•
- που σχετίζεται με ή βασίζεται σε συνθήματα, δηλαδή σε συμφωνημένα σήματα ή κώδικες που χρησιμοποιούνται για επικοινωνία Βικιλεξικό
- που χαρακτηρίζεται από χρήση συνθημάτων, ειδικά σε πολιτικά, κοινωνικά ή ιδεολογικά πλαίσια, όπου οι λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιούνται ως αναγνωριστικά ή μηνύματα με κρυφό ή συμβολικό νόημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνθηματικός < ελληνιστική κοινή σύνθημα < αρχαία ελληνική συντίθημι < τίθημι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνθηματικός | συνθηματική | συνθηματικό |
| Γενική | συνθηματικού | συνθηματικής | συνθηματικού |
| Αιτιατική | συνθηματικό | συνθηματική | συνθηματικό |
| Κλητική | συνθηματικέ | συνθηματική | συνθηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνθηματικοί | συνθηματικές | συνθηματικά |
| Γενική | συνθηματικών | συνθηματικών | συνθηματικών |
| Αιτιατική | συνθηματικούς | συνθηματικές | συνθηματικά |
| Κλητική | συνθηματικοί | συνθηματικές | συνθηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →