Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με ή βασίζεται σε συνθήματα, δηλαδή σε συμφωνημένα σήματα ή κώδικες που χρησιμοποιούνται για επικοινωνία Βικιλεξικό
  2. που χαρακτηρίζεται από χρήση συνθημάτων, ειδικά σε πολιτικά, κοινωνικά ή ιδεολογικά πλαίσια, όπου οι λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιούνται ως αναγνωριστικά ή μηνύματα με κρυφό ή συμβολικό νόημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνθηματικός < ελληνιστική κοινή σύνθημα < αρχαία ελληνική συντίθημι < τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνθηματικόςσυνθηματικήσυνθηματικό
Γενικήσυνθηματικούσυνθηματικήςσυνθηματικού
Αιτιατικήσυνθηματικόσυνθηματικήσυνθηματικό
Κλητικήσυνθηματικέσυνθηματικήσυνθηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνθηματικοίσυνθηματικέςσυνθηματικά
Γενικήσυνθηματικώνσυνθηματικώνσυνθηματικών
Αιτιατικήσυνθηματικούςσυνθηματικέςσυνθηματικά
Κλητικήσυνθηματικοίσυνθηματικέςσυνθηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →