Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνομολογώ

ρήμα
•
  1. λόγιοσυμφωνώ και παραδέχομαι τα ίδια πράγματα με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
    • Οι αναλογίες στην καταγωγή της Ματίλντε και του Μάικλ ήταν εντυπωσιακές, όπως θα αντιλαμβάνοντας κάποιος λαθρακουστής της συνομιλίας τους , όταν στάθηκαν για λίγο δίπλα σ ' ένα γερμένο αρμυρίκι προς τη μεριά του αφρισμένου πελάγου και συνομολόγησαν πως θύμιζε και στους δυο τους το ίδιο πράγμα· τον τόπο όπου είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει (Δημήτρης Νόλλας, Ματούλα Μυλλέρου, πάροικος και παρεπίδημος, εκδ. Ίκαρος, 2022)
  2. νομικός όροςσυνάπτω συμφωνία ενώπιον συμβολαιογράφου Βικιλεξικό
  3. πολιτικήσυνάπτω (διακρατική) συμφωνία ή συνθήκη Βικιλεξικό
    • O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες διασαφήσεις, όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Kράτους το επιτρέπουν. (Σύνταγμα της Ελλάδας, Βουλή των Ελλήνων, ΦΕΚ Α΄ 211/24-12-2019, άρθρο 36.1)

Ετυμολογία

συνομολογώ < αρχαία ελληνική συνομολογέω / συνομολογῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνομολογώσυνομολογείςσυνομολογείσυνομολογούμεσυνομολογείτεσυνομολογούν / συνομολογούνε
Παρατατικόςσυνομολογούσασυνομολογούσεςσυνομολογούσεσυνομολογούσαμεσυνομολογούσατεσυνομολογούσαν / συνομολογούσανε
Αόριστοςσυνομολόγησασυνομολόγησεςσυνομολόγησεσυνομολογήσαμεσυνομολογήσατεσυνομολογήσαν / συνομολογήσανε / συνομολόγησαν
Μέλλονταςθα συνομολογήσω / θα συνομολογώθα συνομολογήσεις / θα συνομολογείςθα συνομολογήσει / θα συνομολογείθα συνομολογήσουμε / θα συνομολογούμεθα συνομολογήσετε / θα συνομολογείτεθα συνομολογήσουν / θα συνομολογήσουνε / θα συνομολογούν / θα συνομολογούνε
Παρακείμενοςέχω συνομολογήσειέχεις συνομολογήσειέχει συνομολογήσειέχουμε συνομολογήσειέχετε συνομολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνομολογήσειείχες συνομολογήσειείχε συνομολογήσειείχαμε συνομολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω συνομολογήσει / να συνομολογήσω / να συνομολογώνα έχεις συνομολογήσει / να συνομολογήσεις / να συνομολογείςνα έχει συνομολογήσει / να συνομολογήσει / να συνομολογείνα έχουμε συνομολογήσει / να συνομολογήσουμε / να συνομολογούμενα έχετε συνομολογήσει / να συνομολογήσετε / να συνομολογείτενα συνομολογήσουν / να συνομολογήσουνε / να συνομολογούν / να συνομολογούνε
Προστακτική—συνομολόγει / συνομολόγησε——συνομολογήστε / συνομολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →