Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταξιοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στη συνταξιοδότηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνταξιοδοτικός < συνταξιοδότ(ηση) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνταξιοδοτικόςσυνταξιοδοτική / συνταξιοδοτικησυνταξιοδοτικο / συνταξιοδοτικό
Γενικήσυνταξιοδοτικούσυνταξιοδοτικήςσυνταξιοδοτικού
Αιτιατικήσυνταξιοδοτικόσυνταξιοδοτικήσυνταξιοδοτικό
Κλητικήσυνταξιοδοτικέσυνταξιοδοτικήσυνταξιοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνταξιοδοτικοίσυνταξιοδοτικέςσυνταξιοδοτικά
Γενικήσυνταξιοδοτικώνσυνταξιοδοτικώνσυνταξιοδοτικών
Αιτιατικήσυνταξιοδοτικούςσυνταξιοδοτικέςσυνταξιοδοτικά
Κλητικήσυνταξιοδοτικοίσυνταξιοδοτικέςσυνταξιοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →