συνταξιοδοτικός
•
- που αναφέρεται στη συνταξιοδότηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνταξιοδοτικός < συνταξιοδότ(ηση) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνταξιοδοτικός | συνταξιοδοτική / συνταξιοδοτικη | συνταξιοδοτικο / συνταξιοδοτικό |
| Γενική | συνταξιοδοτικού | συνταξιοδοτικής | συνταξιοδοτικού |
| Αιτιατική | συνταξιοδοτικό | συνταξιοδοτική | συνταξιοδοτικό |
| Κλητική | συνταξιοδοτικέ | συνταξιοδοτική | συνταξιοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνταξιοδοτικοί | συνταξιοδοτικές | συνταξιοδοτικά |
| Γενική | συνταξιοδοτικών | συνταξιοδοτικών | συνταξιοδοτικών |
| Αιτιατική | συνταξιοδοτικούς | συνταξιοδοτικές | συνταξιοδοτικά |
| Κλητική | συνταξιοδοτικοί | συνταξιοδοτικές | συνταξιοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →