Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταξιοδότηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνταξιοδοτώ Βικιλεξικό
    • Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)

Ετυμολογία

συνταξιοδότηση (μαρτυρείται από το 1849) < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συνταξιοδότησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνταξιοδότησησυνταξιοδοτήσεις
Γενικήσυνταξιοδότησηςσυνταξιοδοτήσεων
Αιτιατικήσυνταξιοδότησησυνταξιοδοτήσεις
Κλητικήσυνταξιοδότησησυνταξιοδοτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →