συντηρούμαι
•
- διατηρώ τον εαυτό μου σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
- θρέφομαι και τα βγάζω πέρα, εξασφαλίζω πόρους για τα βασικές ανάγκες μου από κάτι Βικιλεξικό
- για άψυχαμε διατηρούν σε ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες ώστε να μπορώ να το χρησιμοποιήθώ αργότερα ή με φροντίζουν κατά καιρούς ώστε να μένω σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
- συντηρούνται τα ωάρια, τα τρόφιμα, τα ποτά, τα υλικά, τα έργα τέχνης
Ετυμολογία
συντηρούμαι < παθητική φωνή του συντηρώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συντηρούμαι | συντηρείσαι | συντηρείται | συντηρούμαστε | συντηρείστε | συντηρούνται |
| Παρατατικός | συντηρούμουν | συντηρούσουν | συντηρούνταν | συντηρούμασταν / συντηρούμαστε | συντηρούσασταν / συντηρούσαστε | συντηρούνταν |
| Αόριστος | συντηρήθηκα | συντηρήθηκες | συντηρήθηκε | συντηρηθήκαμε | συντηρηθήκατε | συντηρήθηκαν / συντηρηθήκαν / συντηρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συντηρηθώ / θα συντηρούμαι | θα συντηρείσαι / θα συντηρηθείς | θα συντηρείται / θα συντηρηθεί | θα συντηρηθούμε / θα συντηρούμαστε | θα συντηρείστε / θα συντηρηθείτε | θα συντηρηθούν / θα συντηρηθούνε / θα συντηρούνται |
| Παρακείμενος | έχω συντηρηθεί | έχεις συντηρηθεί | έχει συντηρηθεί | έχουμε συντηρηθεί | έχετε συντηρηθεί | έχουν συντηρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα συντηρηθεί | είχες συντηρηθεί | είχε συντηρηθεί | είχαμε συντηρηθεί | είχατε συντηρηθεί | είχαν συντηρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω συντηρηθεί / να συντηρηθώ / να συντηρούμαι | να έχεις συντηρηθεί / να συντηρείσαι / να συντηρηθείς | να έχει συντηρηθεί / να συντηρείται / να συντηρηθεί | να έχουμε συντηρηθεί / να συντηρηθούμε / να συντηρούμαστε | να έχετε συντηρηθεί / να συντηρείστε / να συντηρηθείτε | να έχουν συντηρηθεί / να συντηρηθούν / να συντηρηθούνε / να συντηρούνται |
| Προστακτική | — | συντηρήσου | — | — | συντηρείστε / συντηρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →