συντήρηση
•
- έργα τέχνηςδιατήρηση πράγματος σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
- για τα μνημεία της Ακρόπολης υπάρχει πρόγραμμα διαρκούς συντήρησης
- για τρόφιμαδιατήρηση πράγματος σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
- η συντήρηση τροφίμων είναι ειδικός επιστημονικός κλάδος
- το κύριο μέρος του ψυγείου που συντηρεί σε χαμηλή θερμοκρασία τα τρόφιμα χωρίς να τα καταψύχει Βικιλεξικό
- βγάλτε το παγωτό απ' την κατάψυξη, αφήστε το στη συντήρηση για δεκαπέντε λεπτά, και είναι έτοιμο για σερβίρισμα
- μεταφορικάη διατήρηση στη ζωή, η οικονομική επιβίωση Βικιλεξικό
- πολιτικήο συντηρητισμός Βικιλεξικό
- πολιτικήτο σύνολο των συντηρητικών δυνάμεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντήρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντήρη(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + τήρηση (τηρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντήρηση | συντηρήσεις |
| Γενική | συντήρησης | συντηρήσεων |
| Αιτιατική | συντήρηση | συντηρήσεις |
| Κλητική | συντήρηση | συντηρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →