Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντήρηση

/sinˈdi.ɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έργα τέχνηςδιατήρηση πράγματος σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
    • για τα μνημεία της Ακρόπολης υπάρχει πρόγραμμα διαρκούς συντήρησης
  2. για τρόφιμαδιατήρηση πράγματος σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
    • η συντήρηση τροφίμων είναι ειδικός επιστημονικός κλάδος
  3. το κύριο μέρος του ψυγείου που συντηρεί σε χαμηλή θερμοκρασία τα τρόφιμα χωρίς να τα καταψύχει Βικιλεξικό
    • βγάλτε το παγωτό απ' την κατάψυξη, αφήστε το στη συντήρηση για δεκαπέντε λεπτά, και είναι έτοιμο για σερβίρισμα
  4. μεταφορικάη διατήρηση στη ζωή, η οικονομική επιβίωση Βικιλεξικό
  5. πολιτικήο συντηρητισμός Βικιλεξικό
  6. πολιτικήτο σύνολο των συντηρητικών δυνάμεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντήρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντήρη(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + τήρηση (τηρώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυντήρησησυντηρήσεις
Γενικήσυντήρησηςσυντηρήσεων
Αιτιατικήσυντήρησησυντηρήσεις
Κλητικήσυντήρησησυντηρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →