συντονιστής
•
- αυτός που συντονίζει Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίακατασκευή ή όργανο που χρησιμοποιούν για να πετύχουν τον συντονισμό κυκλώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντονιστής < συντονίζω + -τής (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική syntonisateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντονιστής | συντονιστές |
| Γενική | συντονιστή | συντονιστών |
| Αιτιατική | συντονιστή | συντονιστές |
| Κλητική | συντονιστή | συντονιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →