συντονίζω
•
- οργανώνω τις προσπάθειες ή ενέργειες ποικίλων φορέων ή ατόμων, ώστε να επιτευχθεί κάποιος σκοπός Βικιλεξικό
- διευθύνω, κατευθύνω Βικιλεξικό
- Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
- μουσικήκάνω τα όργανα ή τις φωνές να συμφωνούν στον ίδιο τόνο (και ρυθμό) Βικιλεξικό
- φυσικήεναρμονίζω συχνότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντονίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syntoniser < αρχαία ελληνική σύντονος < σύν + τόνος < τείνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συντονίζω | συντονίζεις | συντονίζει | συντονίζουμε | συντονίζετε | συντονίζουν / συντονίζουνε |
| Παρατατικός | συντόνιζα | συντόνιζες | συντόνιζε | συντονίζαμε | συντονίζατε | συντονίζαν / συντονίζανε / συντόνιζαν |
| Αόριστος | συντόνισα | συντόνισες | συντόνισε | συντονίσαμε | συντονίσατε | συντονίσαν / συντονίσανε / συντόνισαν |
| Μέλλοντας | θα συντονίζω / θα συντονίσω | θα συντονίζεις / θα συντονίσεις | θα συντονίζει / θα συντονίσει | θα συντονίζουμε / θα συντονίσουμε | θα συντονίζετε / θα συντονίσετε | θα συντονίζουν / θα συντονίζουνε / θα συντονίσουν / θα συντονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συντονίσει | έχεις συντονίσει | έχει συντονίσει | έχουμε συντονίσει | έχετε συντονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συντονίσει | είχες συντονίσει | είχε συντονίσει | είχαμε συντονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συντονίσει / να συντονίζω / να συντονίσω | να έχεις συντονίσει / να συντονίζεις / να συντονίσεις | να έχει συντονίσει / να συντονίζει / να συντονίσει | να έχουμε συντονίσει / να συντονίζουμε / να συντονίσουμε | να έχετε συντονίσει / να συντονίζετε / να συντονίσετε | να συντονίζουν / να συντονίζουνε / να συντονίσουν / να συντονίσουνε |
| Προστακτική | — | συντόνιζε / συντόνισε | — | — | συντονίζετε / συντονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →