Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντονίζω

ρήμα
•
  1. οργανώνω τις προσπάθειες ή ενέργειες ποικίλων φορέων ή ατόμων, ώστε να επιτευχθεί κάποιος σκοπός Βικιλεξικό
  2. διευθύνω, κατευθύνω Βικιλεξικό
    • Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
  3. μουσικήκάνω τα όργανα ή τις φωνές να συμφωνούν στον ίδιο τόνο (και ρυθμό) Βικιλεξικό
  4. φυσικήεναρμονίζω συχνότητες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντονίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syntoniser < αρχαία ελληνική σύντονος < σύν + τόνος < τείνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυντονίζωσυντονίζειςσυντονίζεισυντονίζουμεσυντονίζετεσυντονίζουν / συντονίζουνε
Παρατατικόςσυντόνιζασυντόνιζεςσυντόνιζεσυντονίζαμεσυντονίζατεσυντονίζαν / συντονίζανε / συντόνιζαν
Αόριστοςσυντόνισασυντόνισεςσυντόνισεσυντονίσαμεσυντονίσατεσυντονίσαν / συντονίσανε / συντόνισαν
Μέλλονταςθα συντονίζω / θα συντονίσωθα συντονίζεις / θα συντονίσειςθα συντονίζει / θα συντονίσειθα συντονίζουμε / θα συντονίσουμεθα συντονίζετε / θα συντονίσετεθα συντονίζουν / θα συντονίζουνε / θα συντονίσουν / θα συντονίσουνε
Παρακείμενοςέχω συντονίσειέχεις συντονίσειέχει συντονίσειέχουμε συντονίσειέχετε συντονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συντονίσειείχες συντονίσειείχε συντονίσειείχαμε συντονίσει——
Υποτακτικήνα έχω συντονίσει / να συντονίζω / να συντονίσωνα έχεις συντονίσει / να συντονίζεις / να συντονίσειςνα έχει συντονίσει / να συντονίζει / να συντονίσεινα έχουμε συντονίσει / να συντονίζουμε / να συντονίσουμενα έχετε συντονίσει / να συντονίζετε / να συντονίσετενα συντονίζουν / να συντονίζουνε / να συντονίσουν / να συντονίσουνε
Προστακτική—συντόνιζε / συντόνισε——συντονίζετε / συντονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →