τόνος
•
- για ήχοο βαθμός ύψωσης ή έντασης της φωνής Βικιλεξικό
- οξύς, ψηλός, βαθύς τόνος
- για ήχοη έκφραση της φωνής, η χροιά της φωνής Βικιλεξικό
- μελοδραματικός τόνος
- μεταφορικάβαθμός έντασης, η ατμόσφαιρα σε ένα περιβάλλον Βικιλεξικό
- συναισθηματικός τόνος
- Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- διακριτικό σημάδισημείο για τον τονισμό των λέξεων Βικιλεξικό
- οι τόνοι είναι τρεις: οξεία, βαρεία και περισπωμένη
- ζωγραφικήο βαθμός έντασης του χρώματος, η διαβάθμιση του φωτός και της σκιάς Βικιλεξικό
- ψάρι που ανήκει στην οικογένεια των Σκομβριδών (Scombridae), κυρίως του γένους Θύννος (Thunnus) Βικιλεξικό
- άλλη γραφή: τόννος
- μονάδα μέτρησηςμονάδα μέτρησης βάρους που αντιστοιχεί σε: «αγγλικός τόννος» 1.016 χιλιόγραμμα και «γαλλικός τόννος» 1.000 χιλιόγραμμα Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςμέτρο χωρητικότητας των πλοίων, που αντιστοιχεί σε όγκο 2,83 κυβ. μέτρων Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςδυναμικότητα φορτηγού αυτοκινήτου σε βάρος φορτίου Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςγια να δηλωθεί αόριστα μια πολύ μεγάλη ποσότητα Βικιλεξικό
- μουσικήη απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών φθόγγων που διαιρείται σε δύο ημιτόνια Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςδίπλοκο σχοινί που αποτελείται από τρία ή τέσσερα συνεστραμμένα μονόπλοκα και χρησιμεύει για ρυμούλκηση Βικιλεξικό
- φυσικήηλεκτρικός παλμός Βικιλεξικό
- φυσικήηχητικός παλμός σύντομης διάρκειας Βικιλεξικό
- φυσιολογίαηλεκτρικός παλμός που διαδίδεται μέσω νεύρων Βικιλεξικό
- φυσιολογίαη φυσιολογική ελαστικότητα των ζωντανών ιστών, η τονικότητα Βικιλεξικό
- φυσιολογίαη πίεση που ασκείται στα τοιχώματα του βολβού του οφθαλμού από τα υγρά που περιέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τόνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τόνος < τείνω : για τον τόνο της φωνής, ήχου < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ton < λατινική tonus (τέντωμα χορδής) < αρχαία ελληνική τόνος : για το βάρος < (λόγιο δάνειο) γαλλική tonne(3) (θηλυκό) + -ος : για το ψάρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική tonno + -ς < υστερολατινική tunnus < αρχαία ελληνική θύννος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τόνος | τόνοι |
| Γενική | τόνου | τόνων |
| Αιτιατική | τόνο | τόνους |
| Κλητική | τόνε | τόνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →