Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνυπογράφω

ρήμα
•
  1. υπογράφω μαζί με άλλον, από κοινού Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησυμφωνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνυπογράφω < ελληνιστική κοινή συνυπογράφω < αρχαία ελληνική ὑπογράφω < γράφω

Άλλοι τύποι

συνυπογράφομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →