συνυπογράφω
•
- υπογράφω μαζί με άλλον, από κοινού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησυμφωνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυπογράφω < ελληνιστική κοινή συνυπογράφω < αρχαία ελληνική ὑπογράφω < γράφω
Άλλοι τύποι
συνυπογράφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →