συνυποψηφιότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος συνυποψήφιος για κάποια θέση, αξίωμα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυποψηφιότητα < συνυποψήφιος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνυποψηφιότητα | συνυποψηφιότητες |
| Γενική | συνυποψηφιότητας | συνυποψηφιοτήτων |
| Αιτιατική | συνυποψηφιότητα | συνυποψηφιότητες |
| Κλητική | συνυποψηφιότητα | συνυποψηφιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →