Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποψήφιος

/i.poˈpsi.fi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας Βικιλεξικό
    • υποψήφιος βουλευτής
    • Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
  2. κατ’ επέκτασηπου βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο για κάτι που φιλοδοξεί να γίνει, που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι Βικιλεξικό
    • υποψήφιος ενοικιαστής
    • Τον θεωρώ σοβαρό υποψήφιο για σπουδαία εξέλιξη.
  3. ειδικότεραπου συμμετέχει σε κάποιο διαγωνισμό αποσκοπώντας να καταλάβει κάποια θέση Βικιλεξικό
    • οι υποψήφιοι φιλόλογοι

Ετυμολογία

υποψήφιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποψήφιος → δείτε τις αρχαίες λέξεις ὑπό, ψῆφος :* για τους υποψήφιους σε διαγωνισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική candidat :* για τη σημασία «που βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική aspirant : Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό υποψήφιος, θηλυκό υποψήφια.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποψήφιοςυποψήφιαυποψήφιο
Γενικήυποψήφιουυποψήφιαςυποψήφιου
Αιτιατικήυποψήφιουποψήφιαυποψήφιο
Κλητικήυποψήφιευποψήφιαυποψήφιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποψήφιοιυποψήφιεςυποψήφια
Γενικήυποψήφιωνυποψήφιωνυποψήφιων
Αιτιατικήυποψήφιουςυποψήφιεςυποψήφια
Κλητικήυποψήφιοιυποψήφιεςυποψήφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →