υποψήφιος
•
- που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας Βικιλεξικό
- υποψήφιος βουλευτής
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
- κατ’ επέκτασηπου βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο για κάτι που φιλοδοξεί να γίνει, που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι Βικιλεξικό
- υποψήφιος ενοικιαστής
- Τον θεωρώ σοβαρό υποψήφιο για σπουδαία εξέλιξη.
- ειδικότεραπου συμμετέχει σε κάποιο διαγωνισμό αποσκοπώντας να καταλάβει κάποια θέση Βικιλεξικό
- οι υποψήφιοι φιλόλογοι
Ετυμολογία
υποψήφιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποψήφιος → δείτε τις αρχαίες λέξεις ὑπό, ψῆφος :* για τους υποψήφιους σε διαγωνισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική candidat :* για τη σημασία «που βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική aspirant : Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό υποψήφιος, θηλυκό υποψήφια.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποψήφιος | υποψήφια | υποψήφιο |
| Γενική | υποψήφιου | υποψήφιας | υποψήφιου |
| Αιτιατική | υποψήφιο | υποψήφια | υποψήφιο |
| Κλητική | υποψήφιε | υποψήφια | υποψήφιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποψήφιοι | υποψήφιες | υποψήφια |
| Γενική | υποψήφιων | υποψήφιων | υποψήφιων |
| Αιτιατική | υποψήφιους | υποψήφιες | υποψήφια |
| Κλητική | υποψήφιοι | υποψήφιες | υποψήφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →