συνυφαίνω
•
- κυριολεκτικάυφαίνω κάτι μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάοργανώνω, αναπτύσσω (μαζί με κάτι άλλο) Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυναρτώ, εξαρτώ, δένω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυφαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνυφαίνω < συν- + ὑφαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *webʰ- :* για τη σημασία «συναρτώ» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική interweave
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνυφαίνω | συνυφαίνεις | συνυφαίνει | συνυφαίνουμε | συνυφαίνετε | συνυφαίνουν / συνυφαίνουνε |
| Παρατατικός | συνύφαινα | συνύφαινες | συνύφαινε | συνυφαίναμε | συνυφαίνατε | συνυφαίναν / συνυφαίνανε / συνύφαιναν |
| Αόριστος | συνύφανα | συνύφανες | συνύφανε | συνυφάναμε | συνυφάνατε | συνυφάναν / συνυφάνανε / συνύφαναν |
| Μέλλοντας | θα συνυφάνω / θα συνυφαίνω | θα συνυφάνεις / θα συνυφαίνεις | θα συνυφάνει / θα συνυφαίνει | θα συνυφάνουμε / θα συνυφαίνουμε | θα συνυφάνετε / θα συνυφαίνετε | θα συνυφάνουν / θα συνυφάνουνε / θα συνυφαίνουν / θα συνυφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνυφάνει | έχεις συνυφάνει | έχει συνυφάνει | έχουμε συνυφάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνυφάνει | είχες συνυφάνει | είχε συνυφάνει | είχαμε συνυφάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνυφάνει / να συνυφάνω / να συνυφαίνω | να έχεις συνυφάνει / να συνυφάνεις / να συνυφαίνεις | να έχει συνυφάνει / να συνυφάνει / να συνυφαίνει | να έχουμε συνυφάνει / να συνυφάνουμε / να συνυφαίνουμε | να συνυφάνετε / να συνυφαίνετε | να συνυφάνουν / να συνυφάνουνε / να συνυφαίνουν / να συνυφαίνουνε |
| Προστακτική | — | συνύφαινε / συνύφανε | — | — | συνυφάνετε / συνυφαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνυφάνθηκασυνυφαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →