υφαίνω
•
- διαπλέκω νήματα σε αργαλειό (ή άλλο σχετικό μηχάνημα) και έτσι φτιάχνω ένα ύφασμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχεδιάζω κάτι μυστικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὑφαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *webʰ-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υφαίνω | υφαίνεις | υφαίνει | υφαίνουμε | υφαίνετε | υφαίνουν / υφαίνουνε |
| Παρατατικός | ύφαινα | ύφαινες | ύφαινε | υφαίναμε | υφαίνατε | υφαίναν / υφαίνανε / ύφαιναν |
| Αόριστος | ύφανα | ύφανες | ύφανε | υφάναμε | υφάνατε | υφάναν / υφάνανε / ύφαναν |
| Μέλλοντας | θα υφάνω / θα υφαίνω | θα υφάνεις / θα υφαίνεις | θα υφάνει / θα υφαίνει | θα υφάνουμε / θα υφαίνουμε | θα υφάνετε / θα υφαίνετε | θα υφάνουν / θα υφάνουνε / θα υφαίνουν / θα υφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω υφάνει | έχεις υφάνει | έχει υφάνει | έχουμε υφάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υφάνει | είχες υφάνει | είχε υφάνει | είχαμε υφάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υφάνει / να υφάνω / να υφαίνω | να έχεις υφάνει / να υφάνεις / να υφαίνεις | να έχει υφάνει / να υφάνει / να υφαίνει | να έχουμε υφάνει / να υφάνουμε / να υφαίνουμε | να υφάνετε / να υφαίνετε | να υφάνουν / να υφάνουνε / να υφαίνουν / να υφαίνουνε |
| Προστακτική | — | ύφαινε / ύφανε | — | — | υφάνετε / υφαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υφάνθηκαυφαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →