συνωστίζομαι
•
- στριμώχνομαι σ’ έναν περιορισμένο σχετικά χώρο σπρώχνοντας άλλους και δεχόμενος σπρωξιές Βικιλεξικό
- πολύς κόσμος συνωστίζεται στα καταστήματα λόγω των εκπτώσεων
Ετυμολογία
συνωστίζομαι < συν- + αρχαία ελληνική ὠστίζομαι, επιτατικό τού ὠθέομαι / ὠθοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος ὠθέω / ὠθῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνωστίζομαι | συνωστίζεσαι | συνωστίζεται | συνωστιζόμαστε | συνωστίζεστε | συνωστίζονται |
| Παρατατικός | συνωστιζόμουν / συνωστιζόμουνα | συνωστιζόσουν / συνωστιζόσουνα | συνωστιζόταν / συνωστιζότανε | συνωστιζόμασταν / συνωστιζόμαστε | συνωστιζόσασταν / συνωστιζόσαστε | συνωστίζονταν / συνωστιζόντουσαν |
| Αόριστος | συνωστίστηκα | συνωστίστηκες | συνωστίστηκε | συνωστιστήκαμε | συνωστιστήκατε | συνωστίστηκαν / συνωστιστήκαν / συνωστιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνωστίζομαι / θα συνωστιστώ | θα συνωστίζεσαι / θα συνωστιστείς | θα συνωστίζεται / θα συνωστιστεί | θα συνωστιζόμαστε / θα συνωστιστούμε | θα συνωστίζεστε / θα συνωστιστείτε | θα συνωστίζονται / θα συνωστιστούν / θα συνωστιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνωστιστεί | έχεις συνωστιστεί | έχει συνωστιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνωστιστεί | είχες συνωστιστεί | είχε συνωστιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνωστιστεί / να συνωστίζομαι / να συνωστιστώ | να έχεις συνωστιστεί / να συνωστίζεσαι / να συνωστιστείς | να έχει συνωστιστεί / να συνωστίζεται / να συνωστιστεί | να συνωστιζόμαστε / να συνωστιστούμε | να συνωστίζεστε / να συνωστιστείτε | να συνωστίζονται / να συνωστιστούν / να συνωστιστούνε |
| Προστακτική | — | συνωστίζου / συνωστίσου | — | — | συνωστίζεστε / συνωστιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →