Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνωστισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνωστίζομαι, το να στριμώχνονται πολλοί σε σχετικά περιορισμένο χώρο Βικιλεξικό
    • ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ καὶ τῆς πληθύος τῶν προσκεκλημένων κατέπεσεν τὸ δάπεδον τοῦ δωματίου καὶ ἱερεύς, νυμφίος, παράνυμφοι καὶ προσκεκλημένοι κατέπεσον φύρδην μίγδυν εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἕκαστος δύναται νὰ φαντασθῇ τί κουλουβάχατα ἐγένοντο ἐκεῖ. (Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης, 2015)
    • αναμένεται μεγάλος συνωστισμός υποψηφίων κατά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων
    • καθυστέρησε λόγω του συνωστισμού

Ετυμολογία

συνωστισμός < συνωστίζομαι + -μός < συν- + αρχαία ελληνική ὠστίζομαι, επιτατικό τού ὠθέομαι / ὠθοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος ὠθέω / ὠθῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνωστισμόςσυνωστισμοί
Γενικήσυνωστισμούσυνωστισμών
Αιτιατικήσυνωστισμόσυνωστισμούς
Κλητικήσυνωστισμέσυνωστισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →