Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσπείρωση

/siˈspi.ɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσπειρώνω Βικιλεξικό
    • Την απόφαση της κυβέρνησης για επίταξη των απεργών της εταιρείας Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) ακολούθησε απεργιακή συσπείρωση των εργαζομένων σε όλες τις αστικές συγκοινωνίες. Αποτέλεσμα είναι και σήμερα να σημειώνεται κυκλοφοριακό μπλακ άουτ, καθώς δεν κινείται κανένα μέσο μαζικής μεταφοράς.
    • Από το 1967 ως το 1973, συνήθης κατάληξη των ποιητών και των χαροκόπων ήταν η συσπείρωση γύρω από μουσικά όργανα και το ολονύχτιο τζαμάρισμα. Ο Καλοκύρης μελοποίησε Καββαδία , δικά του και δικά μου , πρέπει να έχει ακόμη τις μπομπίνες. Πορφύρας, τεύχος 126, Κερκυραϊκή Ένωση Γραμμάτων και Τεχνών, 2008, σελ. 608

Ετυμολογία

συσπείρωση < συσπειρώνω + -ση < ελληνιστική κοινή συσπειρόω / συσπειρῶ < αρχαία ελληνική σπεῖρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper- (συστρέφω, γυρίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυσπείρωσησυσπειρώσεις
Γενικήσυσπείρωσηςσυσπειρώσεων
Αιτιατικήσυσπείρωσησυσπειρώσεις
Κλητικήσυσπείρωσησυσπειρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →