συσπειρώνω
•
- κυριολεκτικάτυλίγω κάτι σε σχήμα σπείρας Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσελκύω μια ομάδα ανθρώπων γύρω από κάποιο ιδεολογικό, πολιτικό κτλ. κέντρο προς επίτευξη κοινού στόχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσπειρώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συσπειρόω / συσπειρῶ < αρχαία ελληνική σπεῖρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper- (συστρέφω, γυρίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσπειρώνω | συσπειρώνεις | συσπειρώνει | συσπειρώνουμε | συσπειρώνετε | συσπειρώνουν / συσπειρώνουνε |
| Παρατατικός | συσπείρωνα | συσπείρωνες | συσπείρωνε | συσπειρώναμε | συσπειρώνατε | συσπείρωναν / συσπειρώναν / συσπειρώνανε |
| Αόριστος | συσπείρωσα | συσπείρωσες | συσπείρωσε | συσπειρώσαμε | συσπειρώσατε | συσπείρωσαν / συσπειρώσαν / συσπειρώσανε |
| Μέλλοντας | θα συσπειρώνω / θα συσπειρώσω | θα συσπειρώνεις / θα συσπειρώσεις | θα συσπειρώνει / θα συσπειρώσει | θα συσπειρώνουμε / θα συσπειρώσουμε | θα συσπειρώνετε / θα συσπειρώσετε | θα συσπειρώνουν / θα συσπειρώνουνε / θα συσπειρώσουν / θα συσπειρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συσπειρώσει | έχεις συσπειρώσει | έχει συσπειρώσει | έχουμε συσπειρώσει | έχετε συσπειρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσπειρώσει | είχες συσπειρώσει | είχε συσπειρώσει | είχαμε συσπειρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσπειρώσει / να συσπειρώνω / να συσπειρώσω | να έχεις συσπειρώσει / να συσπειρώνεις / να συσπειρώσεις | να έχει συσπειρώσει / να συσπειρώνει / να συσπειρώσει | να έχουμε συσπειρώσει / να συσπειρώνουμε / να συσπειρώσουμε | να έχετε συσπειρώσει / να συσπειρώνετε / να συσπειρώσετε | να συσπειρώνουν / να συσπειρώνουνε / να συσπειρώσουν / να συσπειρώσουνε |
| Προστακτική | — | συσπείρωνε / συσπείρωσε | — | — | συσπειρώνετε / συσπειρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →