Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσπειρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συσπείρωση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσπειρωτικός < συσπειρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσπειρωτικόςσυσπειρωτικήσυσπειρωτικό
Γενικήσυσπειρωτικούσυσπειρωτικήςσυσπειρωτικού
Αιτιατικήσυσπειρωτικόσυσπειρωτικήσυσπειρωτικό
Κλητικήσυσπειρωτικέσυσπειρωτικήσυσπειρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσπειρωτικοίσυσπειρωτικέςσυσπειρωτικά
Γενικήσυσπειρωτικώνσυσπειρωτικώνσυσπειρωτικών
Αιτιατικήσυσπειρωτικούςσυσπειρωτικέςσυσπειρωτικά
Κλητικήσυσπειρωτικοίσυσπειρωτικέςσυσπειρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →