Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσσωμάτωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσσωματώνω, η συνένωση δύο ή περισσότερων (ετερόκλιτων) σωμάτων σ’ ένα ενιαίο σύνολο Βικιλεξικό
    • Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)
  2. ειδικότερασύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, στόχους κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. ειδικότερατεχνική ύφανσης με ανάμειξη και συνένωση ετερόκλιτων υλικών με συμπίεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσσωμάτωση < συσσωματώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incorporation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυσσωμάτωσησυσσωματώσεις
Γενικήσυσσωμάτωσηςσυσσωματώσεων
Αιτιατικήσυσσωμάτωσησυσσωματώσεις
Κλητικήσυσσωμάτωσησυσσωματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →