Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσσωματώνω

ρήμα
•
  1. συνενώνω δύο ή περισσότερα (ετερόκλιτα) σώματα σ’ ένα ενιαίο σύνολο Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραδημιουργώ σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, στόχους κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραχρησιμοποιώ τεχνική ύφανσης με ανάμειξη και συνένωση ετερόκλιτων υλικών με συμπίεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσσωματώνω < συ- + σώμα + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incorporer)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυσσωματώνωσυσσωματώνειςσυσσωματώνεισυσσωματώνουμεσυσσωματώνετεσυσσωματώνουν / συσσωματώνουνε
Παρατατικόςσυσσωμάτωνασυσσωμάτωνεςσυσσωμάτωνεσυσσωματώναμεσυσσωματώνατεσυσσωμάτωναν / συσσωματώναν / συσσωματώνανε
Αόριστοςσυσσωμάτωσασυσσωμάτωσεςσυσσωμάτωσεσυσσωματώσαμεσυσσωματώσατεσυσσωμάτωσαν / συσσωματώσαν / συσσωματώσανε
Μέλλονταςθα συσσωματώνω / θα συσσωματώσωθα συσσωματώνεις / θα συσσωματώσειςθα συσσωματώνει / θα συσσωματώσειθα συσσωματώνουμε / θα συσσωματώσουμεθα συσσωματώνετε / θα συσσωματώσετεθα συσσωματώνουν / θα συσσωματώνουνε / θα συσσωματώσουν / θα συσσωματώσουνε
Παρακείμενοςέχω συσσωματώσειέχεις συσσωματώσειέχει συσσωματώσειέχουμε συσσωματώσειέχετε συσσωματώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συσσωματώσειείχες συσσωματώσειείχε συσσωματώσειείχαμε συσσωματώσει——
Υποτακτικήνα έχω συσσωματώσει / να συσσωματώνω / να συσσωματώσωνα έχεις συσσωματώσει / να συσσωματώνεις / να συσσωματώσειςνα έχει συσσωματώσει / να συσσωματώνει / να συσσωματώσεινα έχουμε συσσωματώσει / να συσσωματώνουμε / να συσσωματώσουμενα έχετε συσσωματώσει / να συσσωματώνετε / να συσσωματώσετενα συσσωματώνουν / να συσσωματώνουνε / να συσσωματώσουν / να συσσωματώσουνε
Προστακτική—συσσωμάτωνε / συσσωμάτωσε——συσσωματώνετε / συσσωματώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →