συσσωματώνω
•
- συνενώνω δύο ή περισσότερα (ετερόκλιτα) σώματα σ’ ένα ενιαίο σύνολο Βικιλεξικό
- ειδικότεραδημιουργώ σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, στόχους κ.λπ. Βικιλεξικό
- ειδικότεραχρησιμοποιώ τεχνική ύφανσης με ανάμειξη και συνένωση ετερόκλιτων υλικών με συμπίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσσωματώνω < συ- + σώμα + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incorporer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσσωματώνω | συσσωματώνεις | συσσωματώνει | συσσωματώνουμε | συσσωματώνετε | συσσωματώνουν / συσσωματώνουνε |
| Παρατατικός | συσσωμάτωνα | συσσωμάτωνες | συσσωμάτωνε | συσσωματώναμε | συσσωματώνατε | συσσωμάτωναν / συσσωματώναν / συσσωματώνανε |
| Αόριστος | συσσωμάτωσα | συσσωμάτωσες | συσσωμάτωσε | συσσωματώσαμε | συσσωματώσατε | συσσωμάτωσαν / συσσωματώσαν / συσσωματώσανε |
| Μέλλοντας | θα συσσωματώνω / θα συσσωματώσω | θα συσσωματώνεις / θα συσσωματώσεις | θα συσσωματώνει / θα συσσωματώσει | θα συσσωματώνουμε / θα συσσωματώσουμε | θα συσσωματώνετε / θα συσσωματώσετε | θα συσσωματώνουν / θα συσσωματώνουνε / θα συσσωματώσουν / θα συσσωματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συσσωματώσει | έχεις συσσωματώσει | έχει συσσωματώσει | έχουμε συσσωματώσει | έχετε συσσωματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσσωματώσει | είχες συσσωματώσει | είχε συσσωματώσει | είχαμε συσσωματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσσωματώσει / να συσσωματώνω / να συσσωματώσω | να έχεις συσσωματώσει / να συσσωματώνεις / να συσσωματώσεις | να έχει συσσωματώσει / να συσσωματώνει / να συσσωματώσει | να έχουμε συσσωματώσει / να συσσωματώνουμε / να συσσωματώσουμε | να έχετε συσσωματώσει / να συσσωματώνετε / να συσσωματώσετε | να συσσωματώνουν / να συσσωματώνουνε / να συσσωματώσουν / να συσσωματώσουνε |
| Προστακτική | — | συσσωμάτωνε / συσσωμάτωσε | — | — | συσσωματώνετε / συσσωματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →