συσταλτικός
•
- που μπορεί να συστείλει Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου περιορίζει τον χώρο ισχύος (νόμου, διατάγματος) Βικιλεξικό
- συσταλτική ερμηνεία του νόμου
Ετυμολογία
συσταλτικός < παθητικό θέμα συσταλ- (ρήμα συστέλλω) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contractif (με διαφορετική σημασία το ελληνιστικό συσταλτικός (καταθλιπτικός)).
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συσταλτικός | συσταλτική | συσταλτικό |
| Γενική | συσταλτικού | συσταλτικής | συσταλτικού |
| Αιτιατική | συσταλτικό | συσταλτική | συσταλτικό |
| Κλητική | συσταλτικέ | συσταλτική | συσταλτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συσταλτικοί | συσταλτικές | συσταλτικά |
| Γενική | συσταλτικών | συσταλτικών | συσταλτικών |
| Αιτιατική | συσταλτικούς | συσταλτικές | συσταλτικά |
| Κλητική | συσταλτικοί | συσταλτικές | συσταλτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →