Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συστεγάζομαι

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάβρίσκομαι κάτω από την ίδια στέγη με άλλους, στο ίδιο κτήριο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπρόσκειμαι σε ομάδα, κόμμα κ.λπ., καλύπτομαι από τις ιδέες τους, τις απόψεις τους κ.τ.ό. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συστεγάζομαι < αρχαία ελληνική συστεγάζομαι, παθητική φωνή του ρήματος συστεγάζω < στεγάζω < στέγη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυστεγάζομαισυστεγάζεσαισυστεγάζεταισυστεγαζόμαστεσυστεγάζεστεσυστεγάζονται
Παρατατικόςσυστεγαζόμουν / συστεγαζόμουνασυστεγαζόσουν / συστεγαζόσουνασυστεγαζόταν / συστεγαζότανεσυστεγαζόμασταν / συστεγαζόμαστεσυστεγαζόσασταν / συστεγαζόσαστεσυστεγάζονταν / συστεγαζόντουσαν
Αόριστοςσυστεγάστηκασυστεγάστηκεςσυστεγάστηκεσυστεγαστήκαμεσυστεγαστήκατεσυστεγάστηκαν / συστεγαστήκαν / συστεγαστήκανε
Μέλλονταςθα συστεγάζομαι / θα συστεγαστώθα συστεγάζεσαι / θα συστεγαστείςθα συστεγάζεται / θα συστεγαστείθα συστεγαζόμαστε / θα συστεγαστούμεθα συστεγάζεστε / θα συστεγαστείτεθα συστεγάζονται / θα συστεγαστούν / θα συστεγαστούνε
Παρακείμενοςέχω συστεγαστείέχεις συστεγαστείέχει συστεγαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα συστεγαστείείχες συστεγαστείείχε συστεγαστεί———
Υποτακτικήνα έχω συστεγαστεί / να συστεγάζομαι / να συστεγαστώνα έχεις συστεγαστεί / να συστεγάζεσαι / να συστεγαστείςνα έχει συστεγαστεί / να συστεγάζεται / να συστεγαστείνα συστεγαζόμαστε / να συστεγαστούμενα συστεγάζεστε / να συστεγαστείτενα συστεγάζονται / να συστεγαστούν / να συστεγαστούνε
Προστακτική—συστεγάζου / συστεγάσου——συστεγάζεστε / συστεγαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →