συστέλλω
•
- περιορίζω τον όγκο ή την έκταση ενός πράγματος Βικιλεξικό
- (φυσική) Η ελάττωση της θερμοκρασίας συστέλλει τα σώματα.
- ντρέπομαι, αισθάνομαι συστολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστέλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συστέλλω (χαμηλώνω τα πανιά), μικραίνω (συστέλλομαι). Μορφολογικά αναλύεται σε συν συ- + στέλλω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contracter
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συστέλλω | συστέλλεις | συστέλλει | συστέλλουμε | συστέλλετε | συστέλλουν / συστέλλουνε |
| Παρατατικός | συνέστελλα | συνέστελλες | συνέστελλε | συστέλλαμε | συστέλλατε | συνέστελλαν / συστέλλαν / συστέλλανε |
| Αόριστος | συνέστειλα | συνέστειλες | συνέστειλε | συστείλαμε | συστείλατε | συνέστειλαν / συστείλαν / συστείλανε |
| Μέλλοντας | θα συστέλλω / θα συστείλω | θα συστέλλεις / θα συστείλεις | θα συστέλλει / θα συστείλει | θα συστέλλουμε / θα συστείλουμε | θα συστέλλετε / θα συστείλετε | θα συστέλλουν / θα συστέλλουνε / θα συστείλουν / θα συστείλουνε |
| Παρακείμενος | έχω συστείλει | έχεις συστείλει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συστείλει | είχες συστείλει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συστείλει / να συστέλλω / να συστείλω | να έχεις συστείλει / να συστέλλεις / να συστείλεις | να συστέλλει / να συστείλει | να συστέλλουμε / να συστείλουμε | να συστέλλετε / να συστείλετε | να συστέλλουν / να συστέλλουνε / να συστείλουν / να συστείλουνε |
| Προστακτική | — | έχε συνεσταλμένο / σύστειλε / σύστελλε | — | — | συστέλλετε / συστείλτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συστάλθηκασυστέλλομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →