Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συστολικός

/si.sto.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη συστολή ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • συστολική πίεση

Ετυμολογία

συστολικός (ήδη από το 1879) < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική systolique < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυστολικόςσυστολικήσυστολικό
Γενικήσυστολικούσυστολικήςσυστολικού
Αιτιατικήσυστολικόσυστολικήσυστολικό
Κλητικήσυστολικέσυστολικήσυστολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυστολικοίσυστολικέςσυστολικά
Γενικήσυστολικώνσυστολικώνσυστολικών
Αιτιατικήσυστολικούςσυστολικέςσυστολικά
Κλητικήσυστολικοίσυστολικέςσυστολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →