Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συφιλιδικός

/si.fi.li.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τη σύφιλη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαυτός που έχει σύφιλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συφιλιδικός < (καθαρεύουσα) < (λόγιο δάνειο) γαλλική syphilitique με θέμα συφιλιδ- του συφιλίς/σύφιλις (καθαρεύουσα) + -ικός < νεολατινική syphiliticus → και δείτε τη λέξη σύφιλη. Συγκρίνετε με το συφιλιτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυφιλιδικόςσυφιλιδικήσυφιλιδικό
Γενικήσυφιλιδικούσυφιλιδικήςσυφιλιδικού
Αιτιατικήσυφιλιδικόσυφιλιδικήσυφιλιδικό
Κλητικήσυφιλιδικέσυφιλιδικήσυφιλιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυφιλιδικοίσυφιλιδικέςσυφιλιδικά
Γενικήσυφιλιδικώνσυφιλιδικώνσυφιλιδικών
Αιτιατικήσυφιλιδικούςσυφιλιδικέςσυφιλιδικά
Κλητικήσυφιλιδικοίσυφιλιδικέςσυφιλιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →