συφιλιδικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τη σύφιλη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαυτός που έχει σύφιλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συφιλιδικός < (καθαρεύουσα) < (λόγιο δάνειο) γαλλική syphilitique με θέμα συφιλιδ- του συφιλίς/σύφιλις (καθαρεύουσα) + -ικός < νεολατινική syphiliticus → και δείτε τη λέξη σύφιλη. Συγκρίνετε με το συφιλιτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συφιλιδικός | συφιλιδική | συφιλιδικό |
| Γενική | συφιλιδικού | συφιλιδικής | συφιλιδικού |
| Αιτιατική | συφιλιδικό | συφιλιδική | συφιλιδικό |
| Κλητική | συφιλιδικέ | συφιλιδική | συφιλιδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συφιλιδικοί | συφιλιδικές | συφιλιδικά |
| Γενική | συφιλιδικών | συφιλιδικών | συφιλιδικών |
| Αιτιατική | συφιλιδικούς | συφιλιδικές | συφιλιδικά |
| Κλητική | συφιλιδικοί | συφιλιδικές | συφιλιδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →