Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφουγγοκωλάριος

/sfuŋ.ɡo.koˈla.ɾi.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόεκείνος που καθαρίζει τον πισινό των ισχυρών προσώπων απο τις βρωμιές που παράγουν και (κατ’ επέκταση) ο γλείφτης, ο χαμερπής, ο κόλακας, το καρφί, το τσιράκι, ο αχυράνθρωπος που εκπροσωπεί τα αφεντικά, το παιδί για όλες τις δουλειές, αλλά μόνον εκείνων που είναι ισχυροί ή πλούσιοι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφουγγοκωλάριος < σφουγγ(ίζω) (< αρχαία ελληνική σφόγγος, σπόγγος) + -ο- + κώλ(ος) + -άριος (<λατινικά -arius), σκωπτική αναφορά σε βυζαντινούς τίτλους αξιωματούχων όπως σπαθάριος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσφουγγοκωλάριοςσφουγγοκωλάριοι
Γενικήσφουγγοκωλάριου / σφουγγοκωλαρίουσφουγγοκωλάριων / σφουγγοκωλαρίων
Αιτιατικήσφουγγοκωλάριοσφουγγοκωλάριους / σφουγγοκωλαρίους
Κλητικήσφουγγοκωλάριεσφουγγοκωλάριοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →