σφουγγοκωλάριος
•
- μειωτικόεκείνος που καθαρίζει τον πισινό των ισχυρών προσώπων απο τις βρωμιές που παράγουν και (κατ’ επέκταση) ο γλείφτης, ο χαμερπής, ο κόλακας, το καρφί, το τσιράκι, ο αχυράνθρωπος που εκπροσωπεί τα αφεντικά, το παιδί για όλες τις δουλειές, αλλά μόνον εκείνων που είναι ισχυροί ή πλούσιοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφουγγοκωλάριος < σφουγγ(ίζω) (< αρχαία ελληνική σφόγγος, σπόγγος) + -ο- + κώλ(ος) + -άριος (<λατινικά -arius), σκωπτική αναφορά σε βυζαντινούς τίτλους αξιωματούχων όπως σπαθάριος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφουγγοκωλάριος | σφουγγοκωλάριοι |
| Γενική | σφουγγοκωλάριου / σφουγγοκωλαρίου | σφουγγοκωλάριων / σφουγγοκωλαρίων |
| Αιτιατική | σφουγγοκωλάριο | σφουγγοκωλάριους / σφουγγοκωλαρίους |
| Κλητική | σφουγγοκωλάριε | σφουγγοκωλάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →