σφράγισμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
- οδοντιατρικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφράγισμα < σφραγίζω, σφραγισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφράγισμα | σφραγίσματα |
| Γενική | σφραγίσματος | σφραγισμάτων |
| Αιτιατική | σφράγισμα | σφραγίσματα |
| Κλητική | σφράγισμα | σφραγίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →