Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφράγισμα

/ˈsfɾa.ʝi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
  3. οδοντιατρικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφράγισμα < σφραγίζω, σφραγισ- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσφράγισμασφραγίσματα
Γενικήσφραγίσματοςσφραγισμάτων
Αιτιατικήσφράγισμασφραγίσματα
Κλητικήσφράγισμασφραγίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →