σχηματίζω
•
- δημιουργώ κάτι ολοκληρωμένο από επιμέρους στοιχεία, φτιάχνω κάτι Βικιλεξικό
- το σπερματοζωάριο ενώνεται με το ωάριο για να σχηματίσει ένα νέο κύτταρο
- ο δάσκαλος ζήτησε από τα παιδιά να σχηματίσουν προτάσεις με το λεξιλόγιο της ενότητας
- ο εντολοδόχος πρωθυπουργός δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση
- καταλήγω κάπου συνδυάζοντας επιμέρους δεδομένα Βικιλεξικό
- δεν έχω σχηματίσει ακόμα άποψη
- έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι ...
- σχεδιάζω ένα σχήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχηματίζω < αρχαία ελληνική σχηματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σχηματίζω | σχηματίζεις | σχηματίζει | σχηματίζουμε | σχηματίζετε | σχηματίζουν / σχηματίζουνε |
| Παρατατικός | σχημάτιζα | σχημάτιζες | σχημάτιζε | σχηματίζαμε | σχηματίζατε | σχημάτιζαν / σχηματίζαν / σχηματίζανε |
| Αόριστος | σχημάτισα | σχημάτισες | σχημάτισε | σχηματίσαμε | σχηματίσατε | σχημάτισαν / σχηματίσαν / σχηματίσανε |
| Μέλλοντας | θα σχηματίζω / θα σχηματίσω | θα σχηματίζεις / θα σχηματίσεις | θα σχηματίζει / θα σχηματίσει | θα σχηματίζουμε / θα σχηματίσουμε | θα σχηματίζετε / θα σχηματίσετε | θα σχηματίζουν / θα σχηματίζουνε / θα σχηματίσουν / θα σχηματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σχηματίσει | έχεις σχηματίσει | έχει σχηματίσει | έχουμε σχηματίσει | έχετε σχηματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σχηματίσει | είχες σχηματίσει | είχε σχηματίσει | είχαμε σχηματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σχηματίσει / να σχηματίζω / να σχηματίσω | να έχεις σχηματίσει / να σχηματίζεις / να σχηματίσεις | να έχει σχηματίσει / να σχηματίζει / να σχηματίσει | να έχουμε σχηματίσει / να σχηματίζουμε / να σχηματίσουμε | να έχετε σχηματίσει / να σχηματίζετε / να σχηματίσετε | να σχηματίζουν / να σχηματίζουνε / να σχηματίσουν / να σχηματίσουνε |
| Προστακτική | — | σχημάτιζε / σχημάτισε | — | — | σχηματίζετε / σχηματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →