αποσχηματίζω
•
- θρησκείααφαιρώ για διάφορους λόγους το σχήμα από ιερέα (ή μοναχό), τον παύω από ιερέα (ή μοναχό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσχηματίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσχηματίζω | αποσχηματίζεις | αποσχηματίζει | αποσχηματίζουμε | αποσχηματίζετε | αποσχηματίζουν / αποσχηματίζουνε |
| Παρατατικός | αποσχημάτιζα | αποσχημάτιζες | αποσχημάτιζε | αποσχηματίζαμε | αποσχηματίζατε | αποσχημάτιζαν / αποσχηματίζαν / αποσχηματίζανε |
| Αόριστος | αποσχημάτισα | αποσχημάτισες | αποσχημάτισε | αποσχηματίσαμε | αποσχηματίσατε | αποσχημάτισαν / αποσχηματίσαν / αποσχηματίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσχηματίζω / θα αποσχηματίσω | θα αποσχηματίζεις / θα αποσχηματίσεις | θα αποσχηματίζει / θα αποσχηματίσει | θα αποσχηματίζουμε / θα αποσχηματίσουμε | θα αποσχηματίζετε / θα αποσχηματίσετε | θα αποσχηματίζουν / θα αποσχηματίζουνε / θα αποσχηματίσουν / θα αποσχηματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσχηματίσει | έχεις αποσχηματίσει | έχει αποσχηματίσει | έχουμε αποσχηματίσει | έχετε αποσχηματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσχηματίσει | είχες αποσχηματίσει | είχε αποσχηματίσει | είχαμε αποσχηματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσχηματίσει / να αποσχηματίζω / να αποσχηματίσω | να έχεις αποσχηματίσει / να αποσχηματίζεις / να αποσχηματίσεις | να έχει αποσχηματίσει / να αποσχηματίζει / να αποσχηματίσει | να έχουμε αποσχηματίσει / να αποσχηματίζουμε / να αποσχηματίσουμε | να έχετε αποσχηματίσει / να αποσχηματίζετε / να αποσχηματίσετε | να αποσχηματίζουν / να αποσχηματίζουνε / να αποσχηματίσουν / να αποσχηματίσουνε |
| Προστακτική | — | αποσχημάτιζε / αποσχημάτισε | — | — | αποσχηματίζετε / αποσχηματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →