Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσχηματίζω

ρήμα
•
  1. θρησκείααφαιρώ για διάφορους λόγους το σχήμα από ιερέα (ή μοναχό), τον παύω από ιερέα (ή μοναχό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσχηματίζω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσχηματίζωαποσχηματίζειςαποσχηματίζειαποσχηματίζουμεαποσχηματίζετεαποσχηματίζουν / αποσχηματίζουνε
Παρατατικόςαποσχημάτιζααποσχημάτιζεςαποσχημάτιζεαποσχηματίζαμεαποσχηματίζατεαποσχημάτιζαν / αποσχηματίζαν / αποσχηματίζανε
Αόριστοςαποσχημάτισααποσχημάτισεςαποσχημάτισεαποσχηματίσαμεαποσχηματίσατεαποσχημάτισαν / αποσχηματίσαν / αποσχηματίσανε
Μέλλονταςθα αποσχηματίζω / θα αποσχηματίσωθα αποσχηματίζεις / θα αποσχηματίσειςθα αποσχηματίζει / θα αποσχηματίσειθα αποσχηματίζουμε / θα αποσχηματίσουμεθα αποσχηματίζετε / θα αποσχηματίσετεθα αποσχηματίζουν / θα αποσχηματίζουνε / θα αποσχηματίσουν / θα αποσχηματίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσχηματίσειέχεις αποσχηματίσειέχει αποσχηματίσειέχουμε αποσχηματίσειέχετε αποσχηματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσχηματίσειείχες αποσχηματίσειείχε αποσχηματίσειείχαμε αποσχηματίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσχηματίσει / να αποσχηματίζω / να αποσχηματίσωνα έχεις αποσχηματίσει / να αποσχηματίζεις / να αποσχηματίσειςνα έχει αποσχηματίσει / να αποσχηματίζει / να αποσχηματίσεινα έχουμε αποσχηματίσει / να αποσχηματίζουμε / να αποσχηματίσουμενα έχετε αποσχηματίσει / να αποσχηματίζετε / να αποσχηματίσετενα αποσχηματίζουν / να αποσχηματίζουνε / να αποσχηματίσουν / να αποσχηματίσουνε
Προστακτική—αποσχημάτιζε / αποσχημάτισε——αποσχηματίζετε / αποσχηματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →