Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχολάω

/sxoˈla.o/ρήμα
•
  1. (αμετάβατο) τελειώνω την καθημερινή δουλειά μου ή το μάθημά μου Βικιλεξικό
    • δεν πρόκειται να σχολάσουμε αν δεν τελειώσουμε όλο το βάψιμο
  2. (αμετάβατο, μεταφορικά) απολύομαι Βικιλεξικό
  3. (μεταβατικό) διώχνω κάποιον από τη δουλειά του συνήθως σε άλλη ώρα από την προκαθορισμένη Βικιλεξικό
  4. (μεταβατικό, μεταφορικά) απολύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχολάω < σχολ(ώ) + -άω < σκολώ με λόγια επίδραση [sk] > [sx] < αρχαία ελληνική σχολάζω (παύω να ασχολούμαι, έχω ελεύθερο χρόνο) με μεταπλασμό βάσει του συνοπτικού θέματος σχολασ- (όπως στο σχήμα γεράζω > γέρασα > γερνώ

Άλλοι τύποι

σχολάστηκεσχολασμένοςσχολώσχόλασα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →