σχολάω
•
- (αμετάβατο) τελειώνω την καθημερινή δουλειά μου ή το μάθημά μου Βικιλεξικό
- δεν πρόκειται να σχολάσουμε αν δεν τελειώσουμε όλο το βάψιμο
- (αμετάβατο, μεταφορικά) απολύομαι Βικιλεξικό
- (μεταβατικό) διώχνω κάποιον από τη δουλειά του συνήθως σε άλλη ώρα από την προκαθορισμένη Βικιλεξικό
- (μεταβατικό, μεταφορικά) απολύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολάω < σχολ(ώ) + -άω < σκολώ με λόγια επίδραση [sk] > [sx] < αρχαία ελληνική σχολάζω (παύω να ασχολούμαι, έχω ελεύθερο χρόνο) με μεταπλασμό βάσει του συνοπτικού θέματος σχολασ- (όπως στο σχήμα γεράζω > γέρασα > γερνώ
Άλλοι τύποι
σχολάστηκεσχολασμένοςσχολώσχόλασα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →