σωφρονίζω
•
- συνετίζω κάποιον που έχει διαπράξει ένα αδίκημα ή παράπτωμα, επιβάλλοντάς του ποινές ή με άλλα μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωφρονίζω < αρχαία ελληνική σωφρονίζω < σώφρων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σωφρονίζω | σωφρονίζεις | σωφρονίζει | σωφρονίζουμε | σωφρονίζετε | σωφρονίζουν / σωφρονίζουνε |
| Παρατατικός | σωφρόνιζα | σωφρόνιζες | σωφρόνιζε | σωφρονίζαμε | σωφρονίζατε | σωφρονίζαν / σωφρονίζανε / σωφρόνιζαν |
| Αόριστος | σωφρόνισα | σωφρόνισες | σωφρόνισε | σωφρονίσαμε | σωφρονίσατε | σωφρονίσαν / σωφρονίσανε / σωφρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα σωφρονίζω / θα σωφρονίσω | θα σωφρονίζεις / θα σωφρονίσεις | θα σωφρονίζει / θα σωφρονίσει | θα σωφρονίζουμε / θα σωφρονίσουμε | θα σωφρονίζετε / θα σωφρονίσετε | θα σωφρονίζουν / θα σωφρονίζουνε / θα σωφρονίσουν / θα σωφρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σωφρονίσει | έχεις σωφρονίσει | έχει σωφρονίσει | έχουμε σωφρονίσει | έχετε σωφρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σωφρονίσει | είχες σωφρονίσει | είχε σωφρονίσει | είχαμε σωφρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σωφρονίσει / να σωφρονίζω / να σωφρονίσω | να έχεις σωφρονίσει / να σωφρονίζεις / να σωφρονίσεις | να έχει σωφρονίσει / να σωφρονίζει / να σωφρονίσει | να έχουμε σωφρονίσει / να σωφρονίζουμε / να σωφρονίσουμε | να έχετε σωφρονίσει / να σωφρονίζετε / να σωφρονίσετε | να σωφρονίζουν / να σωφρονίζουνε / να σωφρονίσουν / να σωφρονίσουνε |
| Προστακτική | — | σωφρόνιζε / σωφρόνισε | — | — | σωφρονίζετε / σωφρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →