Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωφρονίζω

/so.fɾoˈni.zo/ρήμα
•
  1. συνετίζω κάποιον που έχει διαπράξει ένα αδίκημα ή παράπτωμα, επιβάλλοντάς του ποινές ή με άλλα μέσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωφρονίζω < αρχαία ελληνική σωφρονίζω < σώφρων

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσωφρονίζωσωφρονίζειςσωφρονίζεισωφρονίζουμεσωφρονίζετεσωφρονίζουν / σωφρονίζουνε
Παρατατικόςσωφρόνιζασωφρόνιζεςσωφρόνιζεσωφρονίζαμεσωφρονίζατεσωφρονίζαν / σωφρονίζανε / σωφρόνιζαν
Αόριστοςσωφρόνισασωφρόνισεςσωφρόνισεσωφρονίσαμεσωφρονίσατεσωφρονίσαν / σωφρονίσανε / σωφρόνισαν
Μέλλονταςθα σωφρονίζω / θα σωφρονίσωθα σωφρονίζεις / θα σωφρονίσειςθα σωφρονίζει / θα σωφρονίσειθα σωφρονίζουμε / θα σωφρονίσουμεθα σωφρονίζετε / θα σωφρονίσετεθα σωφρονίζουν / θα σωφρονίζουνε / θα σωφρονίσουν / θα σωφρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω σωφρονίσειέχεις σωφρονίσειέχει σωφρονίσειέχουμε σωφρονίσειέχετε σωφρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σωφρονίσειείχες σωφρονίσειείχε σωφρονίσειείχαμε σωφρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω σωφρονίσει / να σωφρονίζω / να σωφρονίσωνα έχεις σωφρονίσει / να σωφρονίζεις / να σωφρονίσειςνα έχει σωφρονίσει / να σωφρονίζει / να σωφρονίσεινα έχουμε σωφρονίσει / να σωφρονίζουμε / να σωφρονίσουμενα έχετε σωφρονίσει / να σωφρονίζετε / να σωφρονίσετενα σωφρονίζουν / να σωφρονίζουνε / να σωφρονίσουν / να σωφρονίσουνε
Προστακτική—σωφρόνιζε / σωφρόνισε——σωφρονίζετε / σωφρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →