Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σώφρων

/ˈso.fɾon/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνετός, με λογική, προνοητικός, μετρημένος Βικιλεξικό
    • θα ήταν σώφρον από πλευράς τους να μη φέρουν αντιρρήσεις, γιατί θα ωφεληθούν
    • αυτό που έκανε δεν δείχνει σώφρονα άνθρωπο

Ετυμολογία

σώφρων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σώφρων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσώφρονας / σώφρωνσώφρωνσώφρον
Γενικήσώφρονα / σώφρονοςσώφρονοςσώφρονος
Αιτιατικήσώφρονασώφρονασώφρον
Κλητικήσώφρονα / σώφρωνσώφρωνσώφρον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσώφρονεςσώφρονεςσώφρονα
Γενικήσωφρόνωνσωφρόνωνσωφρόνων
Αιτιατικήσώφρονεςσώφρονεςσώφρονα
Κλητικήσώφρονεςσώφρονεςσώφρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →