σύγκορμος
•
- που έχει σχέση με ολόκληρο το κορμί, όλο το σώμα, ή το αφορά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου αφορά αυτό που συζητείται, καθολικά, στην ολότητά του Βικιλεξικό
- 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά
Ετυμολογία
σύγκορμος < σύγ- + κορμ(ί) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκορμος | σύγκορμη | σύγκορμο |
| Γενική | σύγκορμου | σύγκορμης | σύγκορμου |
| Αιτιατική | σύγκορμο | σύγκορμη | σύγκορμο |
| Κλητική | σύγκορμε | σύγκορμη | σύγκορμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκορμοι | σύγκορμες | σύγκορμα |
| Γενική | σύγκορμων | σύγκορμων | σύγκορμων |
| Αιτιατική | σύγκορμους | σύγκορμες | σύγκορμα |
| Κλητική | σύγκορμοι | σύγκορμες | σύγκορμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →