σύγκρυο
•
- οικείοανατριχίλα, τρεμούλα, ρίγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκρυο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σύγκρυος < σύγ- + κρύ(ο) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκρυο | σύγκρυα |
| Γενική | σύγκρυου | σύγκρυων |
| Αιτιατική | σύγκρυο | σύγκρυα |
| Κλητική | σύγκρυο | σύγκρυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →