σύγκρυος
•
- οικείοπου συνοδεύεται από ανατριχίλα, τρεμούλα ή ρίγος Βικιλεξικό
- ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ὁ Νυμφίος», 1η στροφή @ekebi.gr, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
- – Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται… Στὴ σκοτεινιὰ ποὺ ὁλόγυρά μου ἁπλώνει τρέμει θαμπὸ τασημοκάντηλό μου· καὶ ’δω ὅπου ἀσυντρόφιαστη καὶ μόνη ἀποτραβιοῦμαι, νοιώθω νὰ ζυγώνη τὸ σύγκρυο ἀναφτέριασμα τοῦ τρόμου.
Ετυμολογία
σύγκρυος < σύγ- + κρύ(ο) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκρυος | σύγκρυα | σύγκρυο |
| Γενική | σύγκρυου | σύγκρυας | σύγκρυου |
| Αιτιατική | σύγκρυο | σύγκρυα | σύγκρυο |
| Κλητική | σύγκρυε | σύγκρυα | σύγκρυο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκρυοι | σύγκρυες | σύγκρυα |
| Γενική | σύγκρυων | σύγκρυων | σύγκρυων |
| Αιτιατική | σύγκρυους | σύγκρυες | σύγκρυα |
| Κλητική | σύγκρυοι | σύγκρυες | σύγκρυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →