συγχύζω
•
- ταράζω κάποιον έντονα, του ανεβάζω το αίμα στο κεφάλι, τον φουντώνω, τον στενοχωρώ πολύ, του προκαλώ τέτοια αναστάτωση, που αισθάνεται σύγχυση, τα χάνει Βικιλεξικό
- σπάνιοσυγχέω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχύζω < μεσαιωνική ελληνική συγχύζω < ελληνιστική κοινή σύγχυσις (αναδρομικός σχηματισμός) < αρχαία ελληνική συγχέω < σύν + χέω ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική turbare)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγχύζω | συγχύζεις | συγχύζει | συγχύζουμε | συγχύζετε | συγχύζουν / συγχύζουνε |
| Παρατατικός | σύγχυζα | σύγχυζες | σύγχυζε | συγχύζαμε | συγχύζατε | συγχύζαν / συγχύζανε / σύγχυζαν |
| Αόριστος | σύγχυσα | σύγχυσες | σύγχυσε | συγχύσαμε | συγχύσατε | συγχύσαν / συγχύσανε / σύγχυσαν |
| Μέλλοντας | θα συγχύζω / θα συγχύσω | θα συγχύζεις / θα συγχύσεις | θα συγχύζει / θα συγχύσει | θα συγχύζουμε / θα συγχύσουμε | θα συγχύζετε / θα συγχύσετε | θα συγχύζουν / θα συγχύζουνε / θα συγχύσουν / θα συγχύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγχύσει | έχεις συγχύσει | έχει συγχύσει | έχουμε συγχύσει | έχετε συγχύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγχύσει | είχες συγχύσει | είχε συγχύσει | είχαμε συγχύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγχύσει / να συγχύζω / να συγχύσω | να έχεις συγχύσει / να συγχύζεις / να συγχύσεις | να έχει συγχύσει / να συγχύζει / να συγχύσει | να έχουμε συγχύσει / να συγχύζουμε / να συγχύσουμε | να έχετε συγχύσει / να συγχύζετε / να συγχύσετε | να συγχύζουν / να συγχύζουνε / να συγχύσουν / να συγχύσουνε |
| Προστακτική | — | σύγχυζε / σύγχυσε | — | — | συγχύζετε / συγχύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →