Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλογικότητα

/si.lo.ʝiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάτι συλλογικό, η ιδιότητα του συλλογικού Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςη οργανωμένη ή ανοργάνωτη ομάδα ανθρώπων Βικιλεξικό
    • Δεκάδες συλλογικότητες από όλη την Αττική πραγματοποίησαν παράσταση διαμαρτυρίας, έξω από τα κεντρικά της ΔΕΗ, «για την υπεξαίρεση χρημάτων», όπως υποστηρίζουν, καθώς ενώ κατέβαλαν το χρηματικό ποσό του ηλεκτρικού ρεύματος, τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στην εξόφληση του χαρατσιού. (* εφημερίδα Ελευθεροτυπία)

Ετυμολογία

συλλογικότητα < συλλογικ(ός) + -ότητα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική collectivité)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυλλογικότητασυλλογικότητες
Γενικήσυλλογικότηταςσυλλογικοτήτων
Αιτιατικήσυλλογικότητασυλλογικότητες
Κλητικήσυλλογικότητασυλλογικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →