Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά πολλούς ανθρώπους Βικιλεξικό
    • Η ομάδα κατάφερε να κερδίσει, χάρη στη συλλογική προσπάθεια των μελών της
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)

Ετυμολογία

συλλογικός < σύλλογ(ος) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική collectif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλογικόςσυλλογικήσυλλογικό
Γενικήσυλλογικούσυλλογικήςσυλλογικού
Αιτιατικήσυλλογικόσυλλογικήσυλλογικό
Κλητικήσυλλογικέσυλλογικήσυλλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλογικοίσυλλογικέςσυλλογικά
Γενικήσυλλογικώνσυλλογικώνσυλλογικών
Αιτιατικήσυλλογικούςσυλλογικέςσυλλογικά
Κλητικήσυλλογικοίσυλλογικέςσυλλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →