σύμπραξη
•
- η συνεργασία, η κοινή ενέργεια για την επίτευξη ενός κοινού έργου Βικιλεξικό
- σύμπραξη επιχειρήσεων με σκοπό τον επηρεασμό των τιμών
- παράταξη ανθρώπων και ένωσή τους υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις ή σκοπούς Βικιλεξικό
- πολιτική παράταξη, το κόμμα, η συνιστώσα (η οποία ανήκει σε ευρύτερο σχήμα) Βικιλεξικό
- ο συνασπισμός κομμάτων (στον οποίο ανήκουν επιμέρους συνιστώσες) - Προσοχή: να μη συγχέεται με τον προηγούμενο ορισμό λόγω ομοιότητας Βικιλεξικό
- η συμμαχία, το ενιαίο μέτωπο, το μπλοκ Βικιλεξικό
- σύμπραξη των ολοκληρωτικών καθεστώτων κατά των δημοκρατικών
Ετυμολογία
σύμπραξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμπρα(ξις) (βοήθεια) + -ξη. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + πράξη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμπραξη | συμπράξεις |
| Γενική | σύμπραξης | συμπράξεων |
| Αιτιατική | σύμπραξη | συμπράξεις |
| Κλητική | σύμπραξη | συμπράξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →