Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέμπο

/ˈtem.po/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήη ταχύτητα εκτέλεσης ενός μουσικού κομματιού ή τραγουδιού Βικιλεξικό
    • Οι κριτικές ύμνησαν την «καταπληκτική υπεροχή για το δέσιμο της ορχήστρας» και τον «υπέροχο συνδυασμό του τέμπου και του τόνου». (*)
  2. κατ’ επέκταση προφορικόη ταχύτητα, ο αργός ή γρήγορος ρυθμός εκτέλεσης κάποιων ενεργειών Βικιλεξικό
    • Η «Sun» περιέγραψε την ήττα ως «Ballo-Helli», ενώ ο «Guardian» επίσης αφιέρωσε αρκετό χώρο στο ρεπορτάζ για την εμφάνιση του Ιταλού μέσου, Αντρέα Πίρλο, ο οποίος ήταν ο «ρυθμιστής» του τέμπου της αναμέτρησης, ενώ λίγο έλλειψε να πετύχει και τρίτο τέρμα προς τη λήξη της. (*)

Ετυμολογία

τέμπο < (μεταγραφή) ιταλική tempo < λατινική tempus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tempos < *temp- (τεντώνω, τείνω) ή *temh₂- (κόβω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →